Ο ένας Μαρινάκης φαντασιώνεται, ως «προσωπική άποψη», δίμηνο επίδομα ανεργίας για την πλέμπα, κι ο άλλος Μαρινάκης το αδειάζει με τα οικονομικά του Λυκείου ως «οικονομικά αναλφάβητη άποψη». Και το μαχαίρι μπαίνει στην εποχική καρδιά της Κρήτης…
Μαρινάκης αδειάζει Μαρινάκη και η σύμπτωση των ονομάτων είναι το λιγότερο. Τον κυβερνητικό εκπρόσωπο Παύλο Μαρινάκη, που πρότεινε, ως «προσωπική του θέση», όπως έσπευσε να διευκρινίσει– τον περιορισμό του επιδόματος ανεργίας στους δύο μήνες, ήρθε να τον ξεσκεπάσει ένας συνονόματός του.
Ο Κοσμάς Μαρινάκης, καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Σιγκαπούρης, δεν μάσησε τα λόγια του: «οικονομικά αναλφάβητη άποψη», που καταρρίπτεται, λέει, «ακόμα και με τα οικονομικά του λυκείου». Κι όμως, πίσω από την ακαδημαϊκή ατάκα, το μαχαίρι μπαίνει κατευθείαν στην εποχική καρδιά μιας οικονομίας σαν την κρητική.
Το επιχείρημά του είναι απλό κι ακριβώς γι’ αυτό ενοχλητικό για όσους βλέπουν τον προϋπολογισμό σαν νοικοκυριό. Το επίδομα ανεργίας, εξηγεί, δεν είναι κρατική ελεημοσύνη, είναι ασφάλιση. Όπως πληρώνεις για να είσαι καλυμμένος αν αρρωστήσεις, έτσι ασφαλίζεσαι για την περίπτωση που θα μείνεις χωρίς δουλειά. Και δεν στηρίζει μόνο τον άνεργο: κρατάει όρθια τη ζήτηση, ώστε -με τα δικά του λόγια- «να μην χάσει δουλειά και ο φούρνος της γειτονιάς».
Εδώ ακριβώς αρχίζει η κρητική ανάγνωση της υπόθεσης. Γιατί αν υπάρχει τόπος όπου η φράση «φούρνος της γειτονιάς» παύει να είναι σχήμα λόγου και γίνεται καθημερινότητα, αυτός είναι το νησί μας. Χιλιάδες εργαζόμενοι στον τουρισμό, στην εστίαση, στα ξενοδοχεία και στη γη δουλεύουν εντατικά τη σεζόν και περνούν τον χειμώνα με το επίδομα ανεργίας ως μοναδικό εισόδημα.
Δύο μήνες κάλυψης, για μια οικονομία που ανασαίνει έξι μήνες τον χρόνο, δεν είναι μεταρρύθμιση, είναι κατεδάφιση.
Ο καθηγητής προσθέτει κι ένα δεύτερο, λιγότερο προφανές: το επίδομα βελτιώνει και την ίδια την αγορά εργασίας. Χωρίς αυτό, ο κόσμος αρπάζει την πρώτη τυχαία δουλειά για να μην πεινάσει η οικογένειά του, όχι την κατάλληλη.
Με λίγα λόγια, η βιασύνη της ανάγκης δεν φτιάχνει παραγωγικότερη οικονομία, φτιάχνει φθηνότερους, δυστυχισμένους και λιγότερο παραγωγικούς εργαζομένους.
Και η ιστορία; Έχει μιλήσει ήδη. Τέτοιες συνταγές δοκιμάστηκαν από τη Θάτσερ και τους θιασώτες των libertarian economics, και οι έρευνες δείχνουν πως ο μαρασμός που άφησαν στις τοπικές κοινωνίες υπήρξε μόνιμος, δεν αναστράφηκε ούτε όταν οι πολιτικές καταργήθηκαν.
Μένει, βέβαια, το κρίσιμο ερώτημα: αν μια ιδέα καταρρίπτεται «με τα οικονομικά του λυκείου», τι ακριβώς διδάχθηκαν όσοι σήμερα χαράσσουν πολιτική;
Κι αν η θέση ήταν όντως «προσωπική», γιατί ειπώθηκε από το βήμα του εκπροσώπου της κυβέρνησης και όχι από έναν πολίτη στο καφενείο;
Οι εποχικοί της Κρήτης περιμένουν την απάντηση. Και δεν είναι θέμα ευαισθησίας είναι, όπως λέει και ο καθηγητής, καθαρά οικονομικό.