Σε ένα κράτος δικαίου, αυτό που πρέπει να ζητάμε ως πολίτες είναι η Δικαιοσύνη να μην είναι επιλεκτική. Η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να λειτουργεί με όρους εκδίκησης, ούτε να μετατρέπεται σε μηχανισμό εξόντωσης ανθρώπων μέχρι το τέλος της ζωής τους. Και μια δημοκρατία που επιλέγει την εκδίκηση αντί της Δικαιοσύνης, παύει σιγά σιγά να είναι πραγματικά δημοκρατία…
Η είδηση της επαναφυλάκισης του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου δεν μπορεί να αφήσει αδιάφορο κανέναν που πιστεύει στις αρχές του κράτους δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να λειτουργεί με όρους εκδίκησης, ούτε να μετατρέπεται σε μηχανισμό εξόντωσης ανθρώπων μέχρι το τέλος της ζωής τους.
Ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος είναι σήμερα 82 ετών. Έχει περάσει ήδη 24 χρόνια πίσω από τα κάγκελα. Είκοσι τέσσερα χρόνια φυλακής και όμως κάποιοι εύχονται να πεθάνει και να σαπίσει εκεί μέσα. Αναρωτιέμαι, γιατί; Τι επιπλέον όφελος θα υπάρξει για την κοινωνία;
Τα πράγματα είναι απλά. Το εύχονται γιατί, στο αξιακό τους σύμπαν, η φυλακή πρέπει να είναι τιμωρητική και όχι σωφρονιστική.
Αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να διαβάσει σχόλια του τύπου «να μείνει εκεί μέχρι να σαπίσει», «να πεθάνει στη φυλακή», «καλά να πάθει».
Πρόκειται για αντιδράσεις που ίσως ικανοποιούν το θυμικό ορισμένων, αλλά δεν έχουν καμία σχέση με το κράτος δικαίου. Η Δικαιοσύνη δεν απονέμεται στα σχόλια του Facebook ούτε με όρους προσωπικής εκδίκησης.
Αν αρχίσουμε να αποφασίζουμε τις ποινές με βάση το πόσο μισούμε έναν κρατούμενο, τότε δεν μιλάμε πλέον για Δικαιοσύνη. Μιλάμε για εκδικητικότητα.
Η δημοκρατία, όμως, κρίνεται ακριβώς εκεί. Στον τρόπο που αντιμετωπίζει ακόμη και εκείνους που η κοινωνία θεωρεί πιο αντιπαθείς.
Τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν υπάρχουν για τους συμπαθείς, τους δημοφιλείς ή τους αρεστούς. Υπάρχουν για όλους. Είτε το όνομα του είναι Γιωτόπουλος, είτε Μιχαλολιάκος,, είτε Πάσσαρης, είτε Ρωχάμης.
Ένας άνθρωπος 82 ετών, που έχει εκτίσει ήδη 24 χρόνια φυλάκισης και που δεν μπορεί σοβαρά να θεωρηθεί απειλή για την κοινωνία, αντιμετωπίζεται σαν να πρέπει να τιμωρείται επ’ αόριστον. Σαν να μην υπάρχει όριο στην ποινή. Σαν ο στόχος να μην είναι η εφαρμογή του νόμου, αλλά η διαρκής παραδειγματική τιμωρία.
Την ίδια στιγμή, η ελληνική πολιτεία έχει αποδείξει στο παρελθόν ότι γνωρίζει να εφαρμόζει τον νόμο ακόμη και σε πρόσωπα που προκάλεσαν τεράστιο τραύμα στη χώρα. Οι πρωτεργάτες της δικτατορίας των συνταγματαρχών για παράδειγμα αποφυλακίστηκαν για λόγους ηλικίας και υγείας.
Δεν υπήρξαν τότε φωνές που να ζητούν να παραμείνουν μέχρι θανάτου στα κελιά τους;
Πιθανόν και να υπήρξαν. Όμως η δημοκρατία δεν λειτούργησε με βάση τις φωνές αλλά λειτούργησε με βάση τον νόμο.
Σε ένα κράτος δικαίου, αυτό που πρέπει να ζητάμε ως πολίτες είναι η Δικαιοσύνη να μην είναι επιλεκτική.
Να ζητάμε τα ανθρώπινα δικαιώματα να ισχύουν ακόμη και όταν δεν μας βολεύουν.
Γιατί, αν η κοινωνία αρχίσει να χειροκροτεί την εξαίρεση από τον κανόνα επειδή αφορά κάποιον που αντιπαθεί, τότε αργά ή γρήγορα ο κανόνας θα πάψει να προστατεύει όλους τους υπόλοιπους.
Η ποιότητα μιας δημοκρατίας δεν μετριέται από το πώς φέρεται στους αγαπητούς της πολίτες. Μετριέται από το πώς φέρεται σε εκείνους που οι περισσότεροι θα προτιμούσαν να ξεχάσουν.
Και μια δημοκρατία που επιλέγει την εκδίκηση αντί της Δικαιοσύνης, παύει σιγά σιγά να είναι πραγματικά δημοκρατία.