Η απόφαση ανακριτή και εισαγγελέα να αφεθούν ελεύθεροι με περιοριστικούς όρους οι τέσσερις αστυνομικοί που κατηγορούνται για ανθρωποκτονία με ενδεχόμενο δόλο στην υπόθεση του θανάτου του Κώστα Μανιουδάκη προκαλεί έντονη κοινωνική αγανάκτηση. Η Δικαιοσύνη οφείλει νξα αποδείξει ότι η στολή δεν αποτελεί ασπίδα απέναντι στις ευθύνες που επιβάλλει ο νόμος…
Η απόφαση ανακριτή και εισαγγελέα να αφεθούν ελεύθεροι με περιοριστικούς όρους οι τέσσερις αστυνομικοί που κατηγορούνται για ανθρωποκτονία με ενδεχόμενο δόλο στην υπόθεση του θανάτου του Κώστα Μανιουδάκη προκαλεί έντονη κοινωνική αγανάκτηση.
Μετά τις πολύωρες απολογίες τους, κρίθηκε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της προσωρινής κράτησης και τους επιβλήθηκαν περιοριστικοί όροι έως την εκδίκαση της υπόθεσης.
Ωστόσο, η συγκεκριμένη απόφαση δύσκολα μπορεί να κατευνάσει το κοινό περί δικαίου αίσθημα, καθώς αφορά μια εξαιρετικά σοβαρή κατηγορία που σχετίζεται με την απώλεια μιας ανθρώπινης ζωής.
Το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι δεν προφυλακίστηκαν δεν σημαίνει, βεβαίως, ότι είναι αθώοι ή ένοχοι· αυτό θα το κρίνει το δικαστήριο. Παρ’ όλα αυτά, είναι αναπόφευκτο να δημιουργείται η εντύπωση ότι όταν κατηγορούμενοι είναι ένστολοι, η Δικαιοσύνη εμφανίζεται πιο επιεικής.
Αυτή η εικόνα διαβρώνει την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς και ενισχύει την πεποίθηση ότι δεν εφαρμόζονται οι ίδιοι κανόνες για όλους.
Η υπόθεση Μανιουδάκη δεν είναι απλώς μια ακόμη ποινική δικογραφία. Είναι μια δοκιμασία για το κράτος δικαίου και για την αξιοπιστία της ελληνικής Δικαιοσύνης.
Όταν ένας πολίτης πεθαίνει κατά τη διάρκεια αστυνομικού ελέγχου και αργότερα ασκείται δίωξη για ανθρωποκτονία με ενδεχόμενο δόλο, η κοινωνία απαιτεί πλήρη διαφάνεια, ταχεία απονομή δικαιοσύνης και ουσιαστική λογοδοσία.
Μόνο έτσι μπορεί να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στους θεσμούς και να αποδειχθεί ότι η στολή δεν αποτελεί ασπίδα απέναντι στις ευθύνες που επιβάλλει ο νόμος.