Με μεγαλοπρεπή υποκρισία, ο Πρωθυπουργός υμνεί την “ενότητα” ενώ φράζει το Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, μετατρέποντάς το σε μουσειακό έκθεμα για τουρίστες και μόνο. Η “προστασία” του; Ένας σαρκαστικός φόρος τιμής στην καταστολή κάθε φωνής που ενοχλεί.
Ω, τι μεγαλειώδης στιγμή για τη δημοκρατία μας! Ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, με την ομιλία του για την τροπολογία “προστασίας” του Μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη, μας χάρισε ένα ακόμη αριστούργημα πολιτικής υποκρισίας.
Με ύφος που θα ζήλευε και ο πιο έμπειρος θεατρίνος, μας διαβεβαίωσε ότι ο ιερός αυτός χώρος “ανήκει σε όλους” – εκτός, φυσικά, από όσους τολμούν να διαμαρτυρηθούν για το έγκλημα στα Τέμπη ή ό,τι άλλο μπορεί να ενοχλεί την κυβερνητική γαλήνη.
Θλιβερό ανθρωπάκι το κουτσαβάκι που έχουμε για πρωθυπουργό, δεν ξέρει να χάνει γιατί τίποτα δεν το κέρδισε με το σπαθί του και τώρα θέλει να εκδικηθεί το λαό εφαρμόζοντας Χουντικής προέλευσης νόμους μετά την ήττα από τον Ρούτσι.
— Billy Butcher (@vpng13) October 21, 2025
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, σε μια ακόμα θλιβερή εμφάνιση κακομαθημένου και αυταρχικού δικτάτορα από τα Lidl, ανέπτυξε ένα αφήγημα που, υπό το πρίσμα μιας σοβαρής ανάλυσης, αποκαλύπτει περισσότερα για τις προτεραιότητες της κυβέρνησης παρά για την ιερότητα του χώρου.

Με φράσεις όπως “οι ιεροί τόποι ανήκουν σε όλους και όχι σε όσους φωνάζουν περισσότερο”, ο κ. Μητσοτάκης επιχειρεί να ντύσει με πατριωτικό μανδύα μια “ρύθμιση” που ουσιαστικά μετατρέπει το μνημείο σε αποκλειστική ζώνη ησυχίας, μακριά από τις ενοχλητικές φωνές της κοινωνίας.
Πρώτον, η μεταφορά της φύλαξης στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας παρουσιάστηκε σαν θεία επιφοίτηση, λες και το μνημείο κινδύνευε από ορδές βανδάλων.
Στην πραγματικότητα, ο μόνος κίνδυνος που φαίνεται να απειλεί την κυβέρνηση είναι οι φωνές των πολιτών που, ω, τι φρίκη, τολμούν να χρησιμοποιούν το Σύνταγμα ως χώρο διαμαρτυρίας.
“Ιεροί τόποι”, λέει ο Πρωθυπουργός, συγκρίνοντας το μνημείο με την Αψίδα του Θριάμβου και το Arlington. Ο Πρωθυπουργός, με σαρκαστική ειρωνεία, ρωτά αν φανταζόμαστε βεβήλωση σε μνημεία όπως η Αψίδα του Θριάμβου ή το Arlington – λες και η Ελλάδα, με την παράδοση των διαδηλώσεων, πρέπει να μιμηθεί αυταρχικά μοντέλα “προστασίας” που συχνά κρύβουν καταστολή.
Το ότι επιλεκτικά ξεχνά ότι και ο ίδιος μαζί με τους “ψεκασμένους” εθνικοταλιμπάν ή μαζί με τους “μενουμε-ευρώπηδες” διαδήλωναν στο Σύνταγμα “βεβηλώνοντας” το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη το λες και ένα ακόμα, από τα πολλά, επεισόδια της γνωστής του κυνικής υποκρισίας.
Ποιος την έχασε όμως την ντροπή για να την βρει και ο Κυριάκος μας, ε;
Το μνημείο, εδώ και δεκαετίες, υπήρξε χώρος όχι μόνο μνήμης αλλά και ζωντανού διαλόγου, όπου πολίτες εκφράζουν τις κοινωνικές αγωνίες και διεκδικήσεις.
Προφανώς, ο κύριος Πρωθυπουργός ονειρεύεται μια Ελλάδα όπου οι διαδηλώσεις θα αντικατασταθούν από οργανωμένες ξεναγήσεις με ακουστικά και QR codes.
Η επίκληση στην “ενότητα” είναι το κερασάκι στην τούρτα αυτής της σαρκαστικής φιέστας.
“Η ενότητα προηγείται της διαμαρτυρίας”, μας λέει, λες και η δημοκρατία είναι ένα ήσυχο πικνίκ όπου όλοι συμφωνούν με την κυβέρνηση.
Η απαγόρευση χρήσης του χώρου πέρα από “επίσκεψη” δεν είναι προστασία, αλλά ένα καλοστημένο κόλπο για να αποστειρωθεί κάθε ίχνος κοινωνικής αντίδρασης.
Και όταν η αντιπολίτευση, με τον Νίκο Ανδρουλάκη, ψελλίζει κάτι για αντισυνταγματικότητα, ο Πρωθυπουργός καταφεύγει στο γνωστό του ρεπερτόριο:
προσωπικές επιθέσεις και φράσεις όπως “τρικυμία εν κρανίω”, γιατί, προφανώς, η ουσία της κριτικής είναι πολύ ενοχλητική για να απαντηθεί.
Και φυσικά μ’ αυτόν τον τρόπο αποκαλύπτει ότι η τροπολογία δεν είναι “απαραίτητη επιλογή”, αλλά μια βολική ασπίδα ενάντια σε κοινωνικές εντάσεις.
Και για να τελειώνουμε, η τροπολογία δεν τιμά τον Άγνωστο Στρατιώτη. Τον φυλακίζει σε έναν φράχτη εξουσίας, μακριά από τον παλμό της κοινωνίας που υποτίθεται ότι υπερασπίζεται.
Είναι, εν ολίγοις, ένα μνημείο όχι στη μνήμη, αλλά στην κυβερνητική δειλία, που φοβάται τις φωνές περισσότερο από κάθε “βεβήλωση”.
Σε μια εποχή όπου η κοινωνία βράζει, αυτή η “προστασία” δεν τιμά τον Άγνωστο Στρατιώτη – τον προδίδει, μετατρέποντάς τον σε φρουρούμενο έκθεμα μιας κυβέρνησης που φοβάται τις σκιές της δικής της ανικανότητας.