Από την Ουάσιγκτον ως το Βερολίνο κι από τη Ρώμη ως το πιο μικρό κρητικό χωριό, η ίδια «αρρώστια» απλώνεται με άλλα ρούχα. Ένας καταδικασμένος νεοναζί βγαίνει από τη φυλακή μέσα σε χειροκροτήματα· ένα μνημόσυνο για 401 σφαγιασμένους από τους ναζί μένει άδειο. Πριν δείξουμε τον εύκολο ένοχο, ας κάνουμε τη δύσκολη ερώτηση: πού φυτρώνει στ’ αλήθεια ο φασισμός και πώς τσακίζεται;
Ας κοιτάξουμε γύρω μας, έξω από τα σύνορα μας…
Η ακροδεξιά δεν επιστρέφει πια με μπότες και σβάστικες. Επιστρέφει «καθώς πρέπει», με κοστούμι και χαμόγελο. Κόμματα που πριν δεκαπέντε χρόνια ήταν ταμπού, σήμερα κυβερνούν ή στηρίζουν κυβερνήσεις: στην Ιταλία, στην Ολλανδία, στη Σουηδία, στην Αυστρία, στην Ουγγαρία. Στη Γαλλία και στη Γερμανία χτυπούν την πόρτα της εξουσίας. Στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, η μεγαλύτερη δημοκρατία του κόσμου κανονικοποιεί λόγο και πρακτικές που πριν λίγα χρόνια θα θεωρούνταν αδιανόητες.
Και προσέξτε πώς έγινε: όχι με πραξικόπημα. Με συνήθεια. Λέξη τη λέξη, σχόλιο το σχόλιο, το ακραίο έγινε «άποψη», η «άποψη» έγινε «ανησυχία του κόσμου», κι η «ανησυχία του κόσμου» έγινε πολιτική. Το ταμπού δεν σπάει με κρότο. Φθείρεται σιωπηλά, ώσπου μια μέρα το τέρας κάθεται στο τραπέζι μας και όλοι κάνουν πως δεν το βλέπουν.
Και τώρα ας γυρίσουμε το βλέμμα εδώ.
Πριν λίγες μέρες, έξω από μια φυλακή, ένας καταδικασμένος για τη διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης βγήκε μέσα σε «λαϊκή υποδοχή» και χειροκροτήματα, δηλώνοντας ότι «επιστρέφει στην πρώτη γραμμή». Την ίδια εβδομάδα, στη Βιάννο, οι δρόμοι για την επέτειο του Ολοκαυτώματος και τους 401 δολοφονημένους από τους ναζί ήταν σχεδόν άδειοι.
Βάλτε τις δύο εικόνες δίπλα δίπλα. Για 401 νεκρούς του ναζισμού, ελάχιστοι. Για έναν καταδικασμένο νεοναζί, πλήθος. Αυτό είναι το κοντράστ που πρέπει να μας τρομάξει. Και δεν είναι μια κρητική ιδιοτροπία, είναι η ελληνική εκδοχή μιας ευρωπαϊκής, μιας δυτικής αρρώστιας.
Και μετά κάντε την ερώτηση που καίει: ποιος τα μεγάλωσε όλα αυτά;
Θα ακούσετε αμέσως την εύκολη απάντηση: «τα κανάλια, που τους έδωσαν βήμα». Και εδώ πρέπει να σταθούμε, γιατί αυτή η απάντηση είναι βολική και παραπλανητική.
Ο φασισμός δεν περίμενε τις εκπομπές για να μεγαλώσει. Όταν φτάσει στον καναπέ του τηλεοπτικού πάνελ, είναι πια αργά, γιατί εκεί δεν γεννιέται, εκεί απλώς προβάλλεται.
Η τηλεόραση δεν γεννάει τον φασισμό, αλλά δεν είναι κι αθώα. Δεν είναι η μήτρα, είναι ο πολλαπλασιαστής. Και το αν πολλαπλασιάζει τον φασισμό ή την αποδόμησή του, δεν το ορίζει ο καθρέφτης, το ορίζει το χέρι που τον κρατάει. Κι εδώ κάνει κάτι ύπουλο, είτε άθελά της είτε σκόπιμα: δεν καθρεφτίζει ουδέτερα. Επιλέγει ποια «καύσιμα» του φασισμού θα φουντώσει -τον φόβο, την ξενοφοβία, την οργή- και ποια θα αφήσει στο σκοτάδι.
Την κανονικοποίηση όμως, σε γενικές γραμμές, δεν την ξεκινάει το πάνελ. Την εκκινεί η ίδια η κοινωνία και μάλιστα ως αποτέλεσμα πολιτικών που γονατίζουν τον κόσμο, παιδείας που δεν διδάσκει πια ούτε τη μνήμη, αδιαφορίας μιας πολιτείας που άφησε ολόκληρες περιοχές και γενιές στο έλεός τους. Όταν όλα αυτά ωριμάσουν στην κοινωνία, η οθόνη τα καθρεφτίζει και συχνά τα μεγεθύνει κιόλας.
Το να κατηγορείς τον καθρέφτη για το πρόσωπο που δείχνει, είναι το πιο εύκολο και βολικό άλλοθι.
Και ναι, ο καθρέφτης πρέπει να δείχνει. Δεν κρύβεις κάτω από το χαλί αυτό που βράζει, το φέρνεις στο φως. Αλλά με έναν όρο, έναν και μοναδικό: να το δείχνεις με σκοπό να το αποδομήσεις, όχι να το χαϊδέψεις. Άλλο να δείχνεις τον φασισμό για να τον ξεγυμνώσεις στην συνέχεια, κι άλλο να τον σερβίρεις σαν «κανονική άποψη».
Όμως εδώ είναι το πιο σημαντικό και το πιο άβολο. Ο καθρέφτης, όσο τίμια κι αν δείχνει, μόνος του δεν φτάνει. Η αποδόμηση στα ΜΜΕ, στο σχολείο, στην κουβέντα, έχει νόημα μόνο αν δουλεύει παράλληλα με την πολιτεία: με πολιτικές που στεγνώνουν τον βάλτο όπου κουνουπιάζει ο φασισμός. Με παιδεία, με στήριξη της υπαίθρου, με δουλειά, με δικαιοσύνη, με μνήμη θεσμοθετημένη κι όχι αφημένη στην τύχη της.
Κι εδώ το ερώτημα που κανείς δεν θέλει να πει φωναχτά: τη θέλει η πολιτεία αυτή τη δουλειά; Ή μήπως τη βολεύει ο μπαμπούλας του φασισμού;
Ένας εύκολος, τρομακτικός εχθρός είναι χρυσάφι για κάθε εξουσία: ενώνει από φόβο, κρύβει τη δική της ευθύνη για τις αιτίες, και μετατοπίζει τη συζήτηση από το «γιατί ερημώνει ο τόπος» στο «ποιος κρέμασε λάθος σημαία».
Όσο υπάρχει ο μπαμπούλας, δεν χρειάζεται να λογοδοτήσεις για την ακρίβεια, την υγεία, την εγκατάλειψη.
Και αν η πολιτεία νίπτει τας χείρας της, αν φορτώσει όλο το βάρος στον καθρέφτη, στα ΜΜΕ, στους δασκάλους, στον καθένα μας ξεχωριστά, τότε ο κλήρος πέφτει πού;
Πέφτει στον πιο αδύναμο κρίκο. Στην κοινωνία που πρώτα την άφησαν να πικραθεί και μετά τη μαλώνουν που πίκρανε. Σε αυτόν που κρατάει τον καθρέφτη και τον βρίζουν για το είδωλο. Αυτή είναι η παγίδα: να χρεώνεται τα σπασμένα όποιος δείχνει το πρόβλημα, κι όχι όποιος το δημιούργησε.
Ας ξεχωρίσουμε, λοιπόν, δύο πράγματα γιατί τα μπερδεύουν, κάποιοι.
Το ένα είναι σοβαρό: ναι, τα ΜΜΕ έχουν ευθύνη όταν ξεπλένουν αντί να αποδομούν, και οφείλουμε να ανησυχούμε όταν ο νεοναζισμός ξαναβγαίνει με χειροκρότημα.
Το άλλο είναι το θέατρο: το να νομίζεις ότι τσακίζεις τον φασισμό κάνοντας τον αντιφασισμό τελετουργικό καθαρότητας, «ποιος μίλησε σε ποιον», «ποιος στάθηκε δίπλα σε ποιον», ένα ακόμα κυνήγι μαγισσών. Αυτός ο αντιφασισμός του λεπτού δεν έριξε ποτέ ούτε έναν φασίστα. Απλώς νιώθει ωραία.
Γιατί ο φασισμός δεν φυτρώνει στα καφενεία, στα χωριά και στους ανθρώπους που πονάνε ή αντιδρούν. Φυτρώνει στην εγκατάλειψη και μετά έρχεται κάποιος πρόθυμος να την πουλήσει. Φυτρώνει στη Ρουρ που έκλεισε τα εργοστάσιά της, στη γαλλική επαρχία που ξεχάστηκε, στη ρημαγμένη αμερικανική βιομηχανική ζώνη και φυτρώνει, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, στο κρητικό χωριό που αδειάζει.
Φυτρώνει εκεί που η νιότη φεύγει και κανείς δεν της δίνει λόγο να μείνει. Εκεί που το μέλι σου το παίρνουν έξι ευρώ και το ξαναπουλούν τριάντα. Εκεί που η ακρίβεια τρώει τον μισθό, που η υγεία και η παιδεία διαλύονται, που ένα μνημόσυνο 401 νεκρών γίνεται προεκλογικό δεκάλεπτο των επισήμων.
Ένα παράπονο που το αφήνεις ορφανό, θα το υιοθετήσει ο χειρότερος. Ένα παράπονο που το αφήνεις να ψάχνει εχθρό, θα του βρουν έναν εύκολο, φωτογραφίσιμο… τον μετανάστη, τον γείτονα, τον διαφορετικό, τον αριστερό, τον ομοφυλόφιλο, τον «ξένο». Ποτέ τον πραγματικό ένοχο, που απαντάει με νόμους, με τιμές και κυρίως με πολιτικές.
Και εδώ είναι η ασυμμετρία που ενοχλεί. Οι ίδιες φωνές που κόπτονται για το ποιος μεγάλωσε τον φασισμό, πού είναι όταν ψηφίζονται οι πολιτικές που κατασκευάζουν φασίστες; Όταν ερημώνει η ύπαιθρος, όταν φεύγει η νιότη, όταν ο αγρότης πουλάει κάτω από το κόστος; Τότε είναι σε φάση θα λογαριαστούμε μετά;
Είναι πιο εύκολο να κυνηγάς έναν συμβολισμό παρά μια πολιτική. Ο συμβολισμός βγαίνει ωραία σε ανάρτηση. Η πολιτική θέλει δουλειά, χρόνο και ρίσκο.
Γιατί το μοτίβο είναι που τρομάζει, και το βλέπουμε να κατηφορίζει σκαλί σκαλί, εδώ όπως και παντού: πρώτα λαχταράμε τον επιδεικτικά χυδαίο «δυνατό» άρχοντα. Έπειτα ακούμε δημόσια για τους μετανάστες το τερατώδες «να τους βάψουμε μπλε και να τους πετάξουμε στη θάλασσα». Και σιγά σιγά συνηθίζουμε, κάθε φορά και λίγο πιο κάτω, κάθε φορά και λίγο πιο εύκολα, πάντα με κάποιον πρόθυμο να ταΐσει, για τα δικά του μικροσυμφέροντα, το χειρότερο ένστικτο της παρέας. Έτσι έπεσε η Ευρώπη τη δεκαετία του ’30. Όχι μονομιάς. Σκαλί σκαλί.
Πώς τσακίζεται, λοιπόν, ο φασισμός;
Όχι τσακίζοντας ανθρώπους. Όχι στέλνοντας στην απομόνωση όποιον έχει πικραθεί ή είναι αγανακτισμένος γιατί έτσι του επιβεβαιώνεις ακριβώς αυτό που του ψιθυρίζουν οι άλλοι: «σε ξέχασαν, σε περιφρονούν, μόνο εμείς σε ακούμε».
Κάθε φορά που κρατάμε κάποιον μακριά αντί να τον διεκδικήσουμε, του γράφουμε μόνοι μας το εισιτήριο για το αυγό του φιδιού.
Τσακίζεται σε δύο μέτωπα μαζί, ποτέ σε ένα.
Από τη μία, η κοινωνία κι ο καθρέφτης της: να μπαίνεις μέσα στην κουβέντα, να παίρνεις το αληθινό παράπονο ή την αγανάκτηση και να αρνείσαι να το αφήσεις να δείχνει τον αδύναμο, να το γυρνάς εκεί που ανήκει.
Από την άλλη, η πολιτεία: παιδεία, δουλειά, στήριξη του τόπου, λόγος στη νιότη για να μείνει. Το ένα χωρίς το άλλο είναι μισή δουλειά κι ο φασισμός ζει ακριβώς στα μισά που αφήνουμε.
Οι 401 της Βιάννου δεν σφαγιάστηκαν για να γεμίζουμε καρέκλες, ούτε για να παίζουμε τον αντιφασισμό σαν σήμα στο πέτο. Σφαγιάστηκαν για να μένουμε ξύπνιοι και ξύπνιος δεν σημαίνει να ψάχνεις τον επόμενο «ένοχο» για να ξεσπάσεις. Σημαίνει να χτυπάς την αιτία.
Οπότε το ερώτημα δεν είναι «σε ποιον μιλάς» ή «ποιος έδωσε βήμα». Είναι τι αφήνεις να μείνει στο τέλος της κουβέντας και ποιος επιτέλους θα κάνει το δικό του μερίδιο της δουλειάς. Γιατί αν το αφήσουμε όλο στον καθρέφτη, ο κλήρος θα πέφτει πάντα στους ίδιους: σ’ εμάς. Κι από κει, το πιο δύσκολο ερώτημα, που μας αφορά από την Ουάσιγκτον ως το τελευταίο καφενείο της Κρήτης:
Θα τσακίσουμε τον φασισμό διώχνοντας ανθρώπους ή χτυπώντας, όλοι μαζί, μαζί και μια πολιτεία που ίσως τη βολεύει ο μπαμπούλας, τις πολιτικές που τον γεννούν;