Από το 2019, ένας κοινωνικός χώρος στο Ηράκλειο προσπαθεί να κάνει πράξη την αλληλεγγύη, τη συνύπαρξη και την ένταξη προσφύγων και μεταναστών. Η «Θάλασσα Αλληλεγγύης» μίλησε στο podcast «Αλάτι & Πιπέρι» του Cretanews για τις δράσεις της, τις δυσκολίες, τα ανθρώπινα δικαιώματα, τα σύνορα και μια κοινωνία που συχνά ξεχνά ότι πίσω από τους αριθμούς υπάρχουν άνθρωποι…
Η «Θάλασσα Αλληλεγγύης» ξεκίνησε το 2019 ως ένας κοινωνικός χώρος που έλειπε από το Ηράκλειο. Ένας χώρος συνάντησης ανθρώπων διαφορετικής καταγωγής, γλώσσας, θρησκείας και κουλτούρας, με βασικό κοινό σημείο τη μάθηση και την επικοινωνία.
Από τα πρώτα μαθήματα ελληνικών, αγγλικών, ηλεκτρονικών υπολογιστών και ραπτικής μέχρι τη σημερινή στήριξη ανθρώπων σε διοικητικά, νομικά και πρακτικά ζητήματα, η συλλογικότητα έχει εξελιχθεί σημαντικά.
Στο «Αλάτι και Πιπέρι» μιλήσαμε με την Ελευθερία Ιατράκη, ιδρυτικό και ιστορικό μέλος της «Θάλασσας Αλληλεγγύης», τον Μιχάλη Μαρκοδημητράκη, εθελοντή και μεταδιδακτορικό ερευνητή σε ζητήματα υποδοχής και ένταξης προσφύγων, και την Ελισάβετ Καραγιάννη, μέλος της Θάλασσας και φοιτήτρια κοινωνικής εργασίας.

Από τους τέσσερις εθελοντές που ξεκίνησαν το εγχείρημα το 2019, η «Θάλασσα» έφτασε το 2026 να έχει δεκάδες ανθρώπους στην εκπαιδευτική ομάδα και αρκετά ενεργά μέλη που ασχολούνται με παράλληλες δράσεις. Όμως, όπως εξηγούν οι άνθρωποί της, το ζητούμενο δεν είναι απλώς να προσφέρουν κάτι σε ανθρώπους που βρίσκονται σε ανάγκη. Είναι να δημιουργείται μια σχέση αμφίδρομης συμμετοχής.
Άνθρωποι που ξεκίνησαν ως ωφελούμενοι συμμετέχουν πλέον στην εκπαιδευτική ομάδα και στις ίδιες τις δράσεις αλληλεγγύης.
Και οι ανάγκες, όπως περιγράφουν, έχουν μεγαλώσει. Η πρόσβαση σε υπηρεσίες, η κατανόηση της νομοθεσίας, η ανανέωση εγγράφων, η εκπαίδευση, η εργασία και η στέγαση εξακολουθούν να αποτελούν καθημερινά εμπόδια για πολλούς ανθρώπους.
Σε αρκετές περιπτώσεις, η γλωσσική δυσκολία και η έλλειψη ενημέρωσης στη γλώσσα τους κάνουν μια ήδη δύσκολη διαδικασία ακόμη δυσκολότερη.
Όταν ο άνθρωπος γίνεται «ροή»
Ένα μεγάλο μέρος της συζήτησης αφορούσε τον τρόπο με τον οποίο μιλάμε για το προσφυγικό και το μεταναστευτικό.
«Η γλώσσα είναι πράξη», ήταν μία από τις χαρακτηριστικές φράσεις της συζήτησης. Όταν ένας άνθρωπος παρουσιάζεται ως «εισβολέας», «εχθρός» ή «απειλή», δεν περιγράφεται απλώς μια κατάσταση.

Δημιουργείται ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να δικαιολογηθεί η επιθετικότητα απέναντί του.
Και εδώ βρίσκεται ίσως ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα της συζήτησης. Η απανθρωποποίηση.
Οι «ροές», οι αριθμοί και οι στατιστικές κρύβουν τους ανθρώπους που βρίσκονται πίσω από αυτά.
Άνθρωποι που εγκαταλείπουν χώρες στις οποίες δεν μπορούν να ζήσουν με ασφάλεια, οικογένειες, παιδιά και άνθρωποι που αναζητούν μια διαφορετική ζωή.
Για τη «Θάλασσα Αλληλεγγύης», η προστασία των συνόρων δεν μπορεί να αποτελεί δικαιολογία για την κατάργηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Όπως επισημάνθηκε στη συζήτηση, το δικαίωμα στην αίτηση ασύλου προβλέπεται από το ευρωπαϊκό και διεθνές πλαίσιο που δεσμεύει τη χώρα. Παράλληλα, τέθηκε το ζήτημα των επαναπροωθήσεων και της συνοριακής βίας, αλλά και των συνεπειών που έχει η αντιμετώπιση των ανθρώπων ως απειλής αντί ως φορέων δικαιωμάτων.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στη μεταναστευτική ιστορία της ίδιας της Ελλάδας. Οι άνθρωποι της «Θάλασσας» υπενθύμισαν ότι Έλληνες έχουν μεταναστεύσει σε άλλες χώρες αναζητώντας εργασία και μια καλύτερη ζωή.
Η ιστορία της μετανάστευσης, επομένως, δεν είναι κάτι ξένο προς την ελληνική κοινωνία.
Από τη βάρκα στην αβεβαιότητα
Η συζήτηση έγινε ακόμη πιο δύσκολη όταν μπήκε στο τραπέζι η εμπειρία των ίδιων των ανθρώπων που φτάνουν στην Κρήτη. Σύμφωνα με όσα μεταφέρθηκαν από τη συλλογικότητα, άνθρωποι που έχουν ήδη βιώσει βία και τραυματικές εμπειρίες στις χώρες από τις οποίες έφυγαν, συναντούν συχνά ένα νέο περιβάλλον αβεβαιότητας.
Η Ελισάβετ Καραγιάννη περιέγραψε ένα έντονο συναίσθημα σύγχυσης και φόβου στους ανθρώπους με τους οποίους έρχεται σε επαφή, ιδιαίτερα σε ανθρώπους που προέρχονται από περιοχές όπως το Σουδάν και η Παλαιστίνη.

Αντί για την αίσθηση ότι έφτασαν σε ένα ασφαλές περιβάλλον, πολλές φορές συνεχίζουν να αισθάνονται ότι αντιμετωπίζονται ως αριθμοί.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο αν υπάρχουν δομές. Είναι τι είδους δομές δημιουργούμε. Μια δομή μπορεί να σημαίνει υποδοχή και ένταξη, μπορεί όμως να σημαίνει και εγκλεισμό, απομόνωση και γραφειοκρατική διαχείριση ανθρώπων.
Η «Θάλασσα Αλληλεγγύης» ασκεί κριτική σε μια λογική που αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως έναν αριθμό σε μια λίστα και όχι ως μέλος της κοινωνίας.
Και κάπου εδώ η συζήτηση επιστρέφει στην ίδια την έννοια της αλληλεγγύης.
Η συλλογικότητα βοηθά ανθρώπους να συμπληρώσουν έγγραφα, να εγγραφούν σε σχολεία, να επικοινωνήσουν με υπηρεσίες ή απλώς να βρουν ένα τηλέφωνο που μπορεί να τους φανεί χρήσιμο.
Όχι επειδή θέλει να αντικαταστήσει το κράτος, αλλά επειδή πολλές φορές καλείται να καλύψει κενά που το κράτος αφήνει ανοιχτά.
Το πιο ανησυχητικό, όμως, είναι ότι ακόμη και αυτή η αλληλεγγύη μπορεί να βρεθεί στο στόχαστρο.
Στη συζήτηση τέθηκε το ζήτημα της ποινικοποίησης ανθρώπων που προσπαθούν να βοηθήσουν, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη δικαστική περιπέτεια ανθρώπων που δραστηριοποιήθηκαν στη Λέσβο.
Τελικά, ίσως το πιο σημαντικό ερώτημα δεν αφορά μόνο το προσφυγικό ή το μεταναστευτικό. Αφορά το ποια κοινωνία θέλουμε να είμαστε…
- Μια κοινωνία που μετρά ανθρώπους, τους ταξινομεί και τους αντιμετωπίζει ως απειλές;
- Ή μια κοινωνία που, ακόμη και μέσα στις δυσκολίες της, μπορεί να αναγνωρίσει στον άνθρωπο απέναντί της κάτι αυτονόητο: την ίδια αξία, τα ίδια δικαιώματα και την ανάγκη για αξιοπρέπεια;
Αυτό είναι, τελικά, το ερώτημα που αφήνει πίσω της η συζήτηση με τη «Θάλασσα Αλληλεγγύης».
Και ίσως η απάντηση να κρίνει πολύ περισσότερα από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε όσους φτάνουν στις ακτές μας. Κρίνει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον ίδιο μας τον εαυτό ως κοινωνία.