Η Αττική καίγεται για άλλη μια φορά, οι ευθύνες μένουν ανέγγιχτες, κι εμείς σταυρώνουμε την εύκολη λεία. Οι «εγκεκριμένοι» συνεχίζουν να παίζουν ως καλοκουρδισμένα κυβερνητικά jukebox σαν να μην τρέχει τίποτα και ο όχλος των social media ζητάει «αίμα»…
Παρατηρεί κανείς με απορία πώς οι πιο χοντροκομμένες αντιδημοκρατικές δηλώσεις περνούν σαν αέρας όταν βγαίνουν από τα στόματα των «θεσμικών» και «εγκεκριμένων» τηλεοπτικών αστέρων. Κανείς δεν σηκώνει φρύδι…
Όμως μόλις μια νεαρή ρεπόρτερ, η Μαρία Σιαμπάνου, ξεσπάσει σε νευρικό γέλιο από μια άτυχη στιγμή πίσω από την κάμερα, ο ψηφιακός όχλος ξεσηκώνεται έτοιμος να τη δέσει στο δέντρο της δημόσιας κατακραυγής και να παρακολουθήσει τη φωτιά να την τυλίγει, γελώντας μαζί της «για παραδειγματισμό».
Αφήστε την ήσυχη. Εσείς που μπροστά στους μεγάλους τηλεοπτικούς «πυλώνες» σκύβετε το κεφάλι και κάθεστε σούζα, αλλά μόλις εντοπίσετε μια νεαρή συνάδελφο σε στιγμή ανθρώπινης αδυναμίας βγάζετε αμέσως τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή που κρύβετε μέσα σας.
Η καθημερινότητά μας είναι ήδη αρκετά ανυπόφορη.
Δεν χρειάζεται να γεμίζει κι από αυτά τα φασίζοντα κοράκια που μετατρέπουν κάθε στιγμή αδυναμίας σε κυνήγι μαγισσών και καθιστούν τη ζωή ακόμη πιο αβίωτη.
Η αλήθεια είναι απλή και τεκμηριωμένη. Ο μετεωρολόγος Ιωάννης Σταματάκης, που βρισκόταν στο σημείο και είχε σταματήσει για να προσφέρει νερά και τρόφιμα σε δημοσιογράφους και πυροσβέστες, εξήγησε καθαρά: η συνεργάτιδά του έπεσε ατσούμπαλα μπροστά στη ρεπόρτερ. Την έπιασε σπαστικό γέλιο.
Τίποτα περισσότερο. Καμία χλεύη, κανένας εμπαιγμός προς τις φλόγες ή τους ανθρώπους που έχαναν τα πάντα.
Μια ανθρώπινη αντίδραση μετά από ώρες κάτω από καπνό, ζέστη και πίεση. Και όμως, αρκετό για να ξεσπάσει η ψηφιακή Ιερά Εξέταση.
Την ίδια ώρα που η Αττικοβοιωτία μετρούσε πάνω από 144.000 καμένα στρέμματα, νεκρούς από σύγκρουση ελικοπτέρων στην Ψάθα και ένα τοπίο που θυμίζει σεληνιακή επιφάνεια, εμείς ασχοληθήκαμε με το γέλιο μιας νεαρής ρεπόρτερ.
Οι πυροσβέστες-δασοκομάντος βγήκαν δημόσια και τη στήριξαν, λέγοντας πως τη γνωρίζουν από τα μέτωπα, μέσα στον καπνό και τις φλόγες. Ο διευθυντής ειδήσεων του OPEN ζήτησε ένα κλαδάκι κατανόησης. Οι καναπεδάτοι, όμως, ήθελαν αίμα.
Αυτή είναι η ουσία της ελληνικής υποκρισίας: πάντα ψάχνουμε το εύκολο θύμα για να το σταυρώσουμε, αφήνοντας τους πραγματικούς ενόχους στην απέξω.
Τους ίδιους που κάθε καλοκαίρι παραδίδουν τη χώρα στις φλόγες, ενώ τα ΜΜΕ, με ελάχιστες εξαιρέσεις, λειτουργούν οριακά σαν κυβερνητικά jukebox του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Παίζουν την ίδια μελωδία: «φταίει ο άνεμος», «φταίει η κλιματική κρίση», «κάνουμε ό,τι μπορούμε». Και την επόμενη μέρα, όταν η στάχτη κατακαθίσει, ξαναρχίζουν το ίδιο τραγούδι.
Οι φωτιές δεν σβήνονται με λιθοβολισμό μιας ρεπόρτερ. Ούτε η δημοκρατία σώζεται με ψηφιακά ιεροδικεία.
Αν θέλετε πραγματικά να θυμώσετε, κοιτάξτε ψηλότερα. Εκεί που καίγονται τα δάση και οι ευθύνες.