Ο Κασιδιάρης βγήκε από τον Δομοκό «έχοντας εκτίσει την ποινή του», ενώ ο 80χρονος Γιωτόπουλος ξαναμπήκε μέσα γιατί «δεν προκύπτει ειλικρινής μετάνοια». Δύο υποθέσεις, δύο ταχύτητες της δικαιοσύνης, κι ένα ερώτημα που στοιχειώνει την προεκλογική περίοδο: ποιον, τελικά, εξυπηρετεί αυτή η αποφυλάκιση;
Την Τρίτη το μεσημέρι οι πύλες του Δομοκού άνοιξαν για τον Ηλία Κασιδιάρη. Καταδικασμένος σε 13 χρόνια για τη διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης, βγαίνει «έχοντας εκτίσει την ποινή του» και η δικηγόρος του βρίσκει το θράσος να μιλά για «πλήγμα στα ανθρώπινα δικαιώματα και στο τεκμήριο αθωότητας». Το θύμα, μαθαίνουμε, είναι αυτός.
Ας είμαστε δίκαιοι σε ένα σημείο: ο νόμος είναι νόμος, κι όταν εκτίεται μια ποινή η αποφυλάκιση δεν είναι σκάνδαλο, είναι κράτος δικαίου, ακόμη και για τους χειρότερους. Το σκάνδαλο είναι αλλού. Είναι στη σύγκριση.
Βάλτε δίπλα στην πρώτη εικόνα μια δεύτερη: τον Αλέξανδρο Γιωτόπουλο, 80 ετών, που τον Μάιο αποφυλακίστηκε ύστερα από 24 χρόνια και μέσα σε 26 μέρες ο Άρειος Πάγος τον ξανάστειλε στο κελί, επειδή -λέει- «δεν προκύπτει ειλικρινής μετάνοια».
Δύο άνθρωποι, δύο αναγνώσεις του ίδιου νόμου, δύο ταχύτητες. Για τον έναν βρέθηκε το «γρανάζι» που τον γυρίζει πίσω, για τον άλλον, τα γρανάζια δούλεψαν ρολόι προς την έξοδο.
Δεν χρειάζεται συνωμοσιολογία, την σύγκριση την κάνει μόνος του ο απλός πολίτης.
Και το πιο πικρό: ο Κασιδιάρης δεν βγαίνει μετανοημένος. Βγαίνει προαναγγέλλοντας «σίγουρη κάθοδο» στις εκλογές, σαν να μη μεσολάβησε τίποτα.
Τρεις μέρες αργότερα, στις 18 Σεπτεμβρίου, η χώρα θα θυμηθεί για 13η φορά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, από μέλος της ίδιας οργάνωσης που ο Κασιδιάρης διηύθυνε. Η Μάγδα Φύσσα θα σταθεί ξανά όρθια, να πει «ΠΑΡΩΝ».
Χωρίς κρατική μηχανή από πίσω της, χωρίς κανέναν να «συγχύζεται» για λογαριασμό της.
Γιατί, ας το πούμε ωμά: η Μάγδα Φύσσα δεν είναι «Μπακογιάννενα».
Όταν η 17 Νοέμβρη είχε χτυπήσει ένα όνομα με βαρύτητα, ο Άρειος Πάγος βρήκε τον δρόμο να γυρίσει τον Γιωτόπουλο πίσω μέσα σε 26 μέρες.
Για τη μάνα του λαού, ο δρόμος είναι μόνο η πλατεία και το κερί.
Και για την Κρήτη, με ζωντανή τη μνήμη της Αντίστασης και μια κοινωνία που ιστορικά απέρριψε τον νεοναζισμό, η επιστροφή αυτή δεν είναι θεωρητικό ζήτημα, είναι προσβολή.
Εδώ τελειώνει η νομική ανάγνωση κι αρχίζει η πολιτική.
Γιατί τώρα, σε προεκλογική περίοδο, ξαναμπαίνει στο κάδρο ο Κασιδιάρης;
Η απάντηση δεν είναι απλή. Ο Σαμαράς, με το κόμμα που ετοιμάζει, αντλεί από τον συντηρητικό πυρήνα της ΝΔ, ψηφοφόρους που το Μαξίμου χρειάζεται για την αυτοδυναμία, είναι αιμορραγία από το ίδιο το σώμα. Ο Κασιδιάρης αντλεί από την άκρα δεξιά, κοινό που ούτως ή άλλως δεν επιστρέφει στη ΝΔ. Το ένα πονάει, το άλλο απλώς θορυβεί.
Και μήπως ακριβώς αυτός ο θόρυβος βολεύει;
Ένα ακροδεξιό «σκιάχτρο» που συσπειρώνει τον τρομαγμένο κεντρώο πίσω από την κυβέρνηση ως «ανάχωμα στον φασισμό», ενώ η ατζέντα γλιστρά μακριά από την ακρίβεια, τα σκάνδαλα και τις διαρροές;
Ποιος κερδίζει, λοιπόν, όταν η κουβέντα γίνεται «δημοκρατία εναντίον φασισμού» αντί «κυβέρνηση εναντίον απολογισμού»;
Το ταμείο, προς το παρόν, γράφει μαύρο. Και όποιος δεν κατάλαβε να έρθει να τον κεράσω ένα… σοκολατάκι (με προφορά Μπακογιάννη αυτό).