Η κυβέρνηση αυτοανακηρύσσεται ως η μόνη επιλογή για «σταθερότητα» και «ασφάλεια», κουβαλώντας Τέμπη, ΟΠΕΚΕΠΕ, Predator και ένα σωρό άλλα σκάνδαλα. Αυτή η «σταθερότητα» δεν είναι τίποτα άλλο παρά η αλαζονεία που κρύβει τη στασιμότητα και διαβρώνει την εμπιστοσύνη των πολιτών…
Στο πολιτικό ημερολόγιο της χώρας, οι ημερομηνίες που μεσολαβούν μέχρι το 2027 έχουν αρχίσει ήδη να μετρούν αντίστροφα, όχι όμως με την αγωνία μιας δημιουργικής περιόδου, αλλά με τον προδιαγεγραμμένο ρυθμό ενός θεατρικού έργου που έχει ανέβει πολλές φορές στην ίδια σκηνή.
Η πρόσφατη προτροπή του Πρωθυπουργού να «δώσουμε όλοι τον αγώνα για να πείσουμε ότι αυτή η κυβέρνηση είναι η μόνη επιλογή για σταθερότητα και ασφάλεια», φαντάζει περισσότερο ως μια απόπειρα εγκλωβισμού της κοινωνικής πραγματικότητας σε ένα αφήγημα που, πλέον, δείχνει να στερεύει από πειστικά επιχειρήματα.
Η χρήση των όρων «σταθερότητα» και «ασφάλεια» ως μοναδικών πυλώνων μιας κυβέρνησης που κουβαλάει στη πλάτη της σκάνδαλα όπως αυτά των Τεμπών, του ΟΠΕΚΕΠΕ και πολλά άλλα, μοιάζει αν όχι με ανέκδοτο, με την επιλογή ενός πρωθυπουργού που επιμένει να ανακυκλώνει το ίδιο σκηνικό, ελπίζοντας ότι το κοινό δεν θα προσέξει τη φθορά.
Ας είμαστε ειλικρινείς, η «σταθερότητα» που επικαλείται το Μαξίμου, στην καθημερινότητα του πολίτη, μεταφράζεται ως στασιμότητα…
Μας μιλάει για ασφάλεια η κυβέρνηση, αλλά αδυνατεί να δώσει ουσιαστικές απαντήσεις για το κόστος ζωής, για την αποσάθρωση των δημόσιων δομών και το αίσθημα ανασφάλειας που διαπερνά την κοινωνία, από την εργασία μέχρι το τι ξημερώνει στον καθένα μας χωριστά η επόμενη μέρα.
Όταν μια κυβέρνηση αυτοπροσδιορίζεται ως η «μόνη επιλογή», δεν κάνει τίποτα παραπάνω από μια ακόμα δήλωση αλαζονείας, υπονοώντας ότι η χώρα βρίσκεται σε μια κατάσταση ακινησίας όπου η μόνη εναλλακτική είναι το χάος.
Είναι ενδιαφέρον να παρατηρεί κανείς πώς η κυβέρνηση, μέσα στην προσπάθειά της να διατηρήσει την εξουσία, καταφεύγει σε διαρκείς θεσμικές παρεμβάσεις όπως η συζήτηση για το ασυμβίβαστο υπουργών και βουλευτών, σαν να πρόκειται για διορθωτικές κινήσεις που θα σώσουν το έργο, ενώ οι βασικές αρχές του κυβερνητικού πλάνου παραμένουν αμετάβλητες.
Πρόκειται για μια διαρκή προσπάθεια εντυπωσιασμού που όμως δεν αγγίζει τις αιτίες της δυσλειτουργίας αλλά περισσότερο σκοπό έχει να ρίξει στάχτη στα μάτια του λαού, για να επωφεληθεί ξανά τη ψήφο του.
Η αντιπολίτευση (όποια κι αν είναι αυτή τελικά), από την πλευρά της οφείλει να απαντήσει σε αυτό το «μονόδρομο» όχι με την ανακύκλωση της δικής της παρελθοντικής ρητορικής, αλλά αναδεικνύοντας το κενό που αφήνει πίσω της αυτή η «σταθερότητα».
Η ασφάλεια δεν προκύπτει από τη διατήρηση των υφιστάμενων δομών, αλλά από την ικανότητα μιας κοινωνίας να εξελίσσεται και να προστατεύει τους πολίτες της από τις όποιες κρίσεις και όχι να τις διαχειρίζεται απλώς επικοινωνιακά μέχρι την επόμενη κάλπη.
Κλείνοντας, αναρωτιέμαι ειλικρινά με όλους αυτούς, και μιλάω για τους ψηφοφόρους, που με περίσσια αλαζονεία σαν οπαδοί μιας ποδοσφαιρικής ομάδας υπερηφανεύονται ότι δεδομένα θα επανεκλεγεί ως κυβέρνηση η ΝΔ και μάλιστα με αυτοδυναμία. Για τρίτη θητεία.
Η υπενθύμιση είναι ότι βρισκόμαστε σε ένα δημοκρατικό (υποτίθεται) κράτος και δεν έχουμε ολιγαρχία.
Ας αναρωτηθούμε τελικά πόσο υγιές είναι αυτό για την ίδια την κοινωνία, όπως θα πρέπει να αναρωτηθούμε και απ’ την άλλη το γιατί δεν έβρισκαν οι πολίτες, τουλάχιστον μέχρι πρότινος, άλλη εναλλακτική πολιτική δύναμη για να εμπιστευτούν.
Σε κάθε περίπτωση όμως, είναι πραγματικά άξιο απορίας με ποια λογική και με ποια κριτήρια κάποιοι πολίτες θα εμπιστευτούν εκ νέου μια διακυβέρνηση που φέρει το βάρος μιας σειράς σκοτεινών υποθέσεων, όπως η τραγωδία των Τεμπών, το σκάνδαλο των υποκλοπών με το Predator, το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, υποθέσεις απευθείας αναθέσεων και άλλα πολλά.