cretanews.gr
+18
°
C
Μεγ.:+18
Ελάχ.:+13
Πεμ
Παρ
Σαβ
Κυρ
Δε 31.08 2026

Τους θέλουν Έλληνες μόνο όταν κερδίζουν…

Ρατσισμός πίσω από το χειροκρότημα: γίνονται «δικοί μας» μόνο με μετάλλια. Ο Καραλής και ο Γιάννης ήταν Έλληνες πριν τα τρόπαια και τις μεγάλες διακρίσεις. Η κοινωνία όμως θα πρέπει να κρίνεται από το πώς φέρεται στα παιδιά χωρίς δύναμη…

Τους θέλουν Έλληνες μόνο όταν κερδίζουν…

Υπάρχει μια ιδιαίτερη μορφή ρατσισμού που εκδηλώνεται πίσω από το χειροκρότημα.

Θα αναρωτιέστε τι εννοώ με αυτό. Αναφέρομαι σε εκείνους που θέλουν να βλέπουν τους «διαφορετικούς» (βλέπε χρώμα δέρματος, θρησκεία, ιθαγένεια κ.α.) ως υπάνθρωπους, ως «ξένους» μέχρι αυτοί να καταφέρουν κάτι σπουδαίο και να αρχίσουν τα παλαμάκια. Γίνεται μια απευθείας μεταστροφή και ξαφνικά αυτός ο μελαμψός μετανάστης γίνεται «δικός μας», γίνεται σύμβολο της χώρας, γίνεται λόγος για να κυματίσουν σημαίες και να γεμίσουν τα social media με πανηγυρικές αναρτήσεις. Για παράδειγμα ο Εμμανουήλ Καραλής.

Μόνο που ο άνθρωπος αυτός ήταν Έλληνας και πριν από τα μετάλλια, πριν από τη δημοσιότητα και πριν γίνει χρήσιμος στην εθνική αφήγηση.

Η ιστορίες των  Εμμανουήλ Καραλή και Γιαννη Αντετοκούνμπο είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα.

Και οι δυο έχουν μιλήσει δημόσια για τον ρατσισμό που αντιμετώπισαν ως παιδιά, για τις εμπειρίες τους στο σχολείο, ενώ σε βίντεο-συνέντευξη του Μανόλο για τα παιδικά του χρόνια που έτυχε να δω πρόσφατα μίλησε ανοιχτά για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπιζόταν επί χρόνια μαζί με την αδερφή του από συμμαθητές (και όχι μόνο).

Για τον Γιάννη δε, δεν χρειάζεται να ψάξει πολύ κανείς για να βρει περιστατικά ρατσισμού που έχει εξιστορήσει τόσο ο ίδιος όσο και άνθρωποι που τον γνώριζαν από παιδί. Σε ρεπορτάζ της Καθημερινής, ο Γιάννης Τζίγκας, άνθρωπος από τη γειτονιά των Σεπολίων που γνώριζε την οικογένεια Αντετοκούνμπο, έχει περιγράψει ότι τα παιδιά της οικογένειας αντιμετώπιζαν ρατσισμό και αποκλεισμό στα γήπεδα της γειτονιάς.

Όταν ήταν ακόμη ένα παιδί στα Σεπόλια, υπήρχαν παιδιά που δεν τον ήθελαν στα γήπεδα της γειτονιάς.

Άνθρωποι που βοηθούσαν την οικογένειά του άκουγαν ακόμη και το «γιατί ταΐζεις τα μαύρα παιδιά;». Και σε μια από τις πιο σκληρές περιγραφές εκείνων των χρόνων, ο μικρός αδερφός του Γιάννη, ο Αλέξανδρος, είχε πει σε έναν άνθρωπο που προσπαθούσε να τον προστατεύσει «Μα κύριε, κι εγώ παιδί είμαι. Θέλω να παίξω, αλλά κανείς δεν θέλει να παίξει μαζί μου»

Σε μια κοινωνία λοιπόν που σήμερα πανηγυρίζει για κάθε επιτυχία του, αξίζει να θυμόμαστε ότι υπήρξε μια εποχή που για κάποιους δεν ήταν ο «Giannis», η ο «Μανόλο», οι αθλητές που θαυμάζουμε και θα φωτογραφηθούμε μαζί τους. Ήταν απλώς «τα μαυράκια». 

Αυτό είναι το σημείο από το οποίο πρέπει να ξεκινήσει η συζήτηση για τον ρατσισμό στον αθλητισμό. Όχι από το βάθρο, αλλά από την παιδική ηλικία. Όχι από τη στιγμή που ο αθλητής γίνεται διάσημος, αλλά από την εποχή που είναι ένα παιδί χωρίς δύναμη, χωρίς αναγνωρισιμότητα και χωρίς τη δυνατότητα να απαντήσει σε μια κοινωνία που τον βάζει από νωρίς στη θέση του «διαφορετικού».

Γιατί όταν ο Καραλής κατακτά ένα μετάλλιο, η Ελλάδα αισθάνεται υπερήφανη.

Όταν όμως ήταν ένα παιδί που αντιμετώπιζε ρατσιστικές συμπεριφορές, δεν υπήρχε κανένα μετάλλιο για να κάνει την κοινωνία να αισθανθεί καλύτερα με τον εαυτό της.

Σήμερα είναι σχεδόν αυτονόητο να μιλάμε για τον «Έλληνα Γιάννη», για έναν από τους σημαντικότερους αθλητές που έχει αναδείξει η χώρα.

Είναι ο άνθρωπος που έκανε εκατομμύρια Έλληνες να ξενυχτήσουν για να παρακολουθήσουν αγώνες του NBA, που φόρεσε την φανέλα της Εθνικής, που σήκωσε το πρωτάθλημα και το βραβείο του MVP και που έχει γίνει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ελληνικά πρόσωπα στον κόσμο.

(Εντωμεταξύ θυμάμαι όταν ο ίδιος έκανε αναφορά και στη Νιγηριανή καταγωγή ότι και πάλι δεν κάθισε καλά στα αυτιά των ρατσιστών και έβγαλαν λίγο οχετό).

Πριν γίνει ο Γιάννης των Milwaukee Bucks, ήταν ένα παιδί μεταναστών που μεγάλωνε στα Σεπόλια. Η οικογένειά του έζησε για χρόνια χωρίς την ασφάλεια της ελληνικής ιθαγένειας, ενώ ο ίδιος έχει περιγράψει επανειλημμένα τις δυσκολίες που αντιμετώπισε λόγω του χρώματος του δέρματός του και της καταγωγής της οικογένειάς του.

Το ζήτημα της ιθαγένειας δεν είναι μια ασήμαντη λεπτομέρεια στην ιστορία των Αντετοκούνμπο.

Το 2010 ψηφίστηκε ο νόμος 3838, ο οποίος έδινε τη δυνατότητα σε παιδιά μεταναστών που πληρούσαν συγκεκριμένες προϋποθέσεις να αποκτήσουν ελληνική ιθαγένεια.

(Εδώ να πούμε ότι ο σημερινός πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, όσο και η κοινοβουλευτική ομάδα της Νέας Δημοκρατίας, -εκείνη που αισθάνεται περηφάνια σήμερα για τον Αντετοκούνμπο- καταψήφισαν τον νόμο).

Το 2013, ωστόσο, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε αντισυνταγματικές βασικές διατάξεις του νόμου. Η οικογένεια βρέθηκε έτσι αντιμέτωπη με ένα καθεστώς αβεβαιότητας, την ώρα που ο Γιάννης ετοιμαζόταν να κάνει το τεράστιο βήμα προς το NBA.

Και εδώ βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της ελληνικής κοινωνίας.

Ένα παιδί που μεγάλωσε στην Ελλάδα χρειάστηκε ουσιαστικά να αποδείξει ότι δικαιούται να έχει τα έγγραφα που θα του επέτρεπαν να φύγει από τη χώρα και να κυνηγήσει το όνειρό του. Μόλις το όνειρο έγινε πραγματικότητα, η ίδια χώρα που δυσκολευόταν να αποφασίσει αν αυτό το παιδί ανήκει πραγματικά σε αυτήν, άρχισε να τον παρουσιάζει ως ένα από τα μεγαλύτερα παραδείγματα της Ελλάδας στον κόσμο.

Δεν είναι παράδοξο;

Η πολιτική ευθύνη εδώ αφορά κυρίως μια ολόκληρη αντίληψη για την ελληνικότητα, η οποία για χρόνια αντιμετώπισε τα παιδιά μεταναστών ως ανθρώπους που έπρεπε διαρκώς να αποδεικνύουν ότι αξίζουν να θεωρούνται μέρος της κοινωνίας. Και αυτή η αντίληψη δεν εξαφανίστηκε επειδή ο Γιάννης έγινε NBA superstar.

Απλώς έγινε πολύ πιο δύσκολο να εκφραστεί δημόσια απέναντί του.

Γιατί πλέον ο Γιάννης δεν ήταν ένας άγνωστος μαύρος νέος από τα Σεπόλια. Ήταν ο άνθρωπος που μπορούσε να κάνει την Ελλάδα υπερήφανη.

Και κάπου εδώ έρχεται ο Άδωνις Γεωργιάδης με την δημόσια αναφορά στον Γιάννη ως «Ακενοτούμπο». Ο Γεωργιάδης υποστήριξε ότι επρόκειτο για «σαρδάμ» και αρνήθηκε να ζητήσει συγγνώμη. Ακόμη και αν δεχτεί κανείς την εξήγηση του λάθους στην προφορά ενός δύσκολου επωνύμου, παραμένει το πολιτικό και ηθικό ζήτημα της στάσης που ακολούθησε.

Ένας πολιτικός δεν κρίνεται μόνο από το αν κάνει λάθη, ενώ φυσικά με τη στάση του, επηρεάζει και τη γενικότερη λογική του κόμματος που εκπροσωπεί. Κρίνεται και από το αν έχει την ευαισθησία να τα αναγνωρίσει, και κυρίως από την γενικότερη πολιτική του κουλτούρα. Θα πει κανείς κάνω αναφορά για κάποιον πολιτικό που έχει διαμορφώσει εδώ και χρόνια έναν ιδιαίτερα επιθετικό δημόσιο λόγο γύρω από ζητήματα ταυτότητας, μετανάστευσης και ελληνικότητας. Έχετε δίκιο. Να το θυμόμαστε όμως και όταν θα έρθει η ώρα να πάμε στις κάλπες… 

Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι αν ο Άδωνις Γεωργιάδης δυσκολεύτηκε να προφέρει το «Αντετοκούνμπο».

Το πρόβλημα είναι ότι η ελληνική κοινωνία έχει υπάρξει πολύ πιο πρόθυμη να αποδεχθεί τον Γιάννη ως Έλληνα όταν ο τελευταίος έγινε παγκόσμιος σταρ από ό,τι όταν ήταν ένα παιδί μεταναστών που μεγάλωνε στην Αθήνα.

Και αυτή η διαφορά έχει τεράστια πολιτική σημασία.

Ο Γιάννης είναι πλέον αποδεκτός επειδή είναι ο Γιάννης. Ο Καραλής είναι αποδεκτός επειδή είναι ο Καραλής. Και οι δύο, όμως, έχουν κάτι κοινό. Είναι εξαιρετικά επιτυχημένοι. Έχουν αποδείξει την αξία τους σε έναν χώρο όπου η αξία μετριέται με τρόπο που κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει. Με μετάλλια, τρόπαια, ρεκόρ και διακρίσεις.

Και κάπου εδώ βρίσκεται η πραγματικά άβολη ερώτηση. Τι γίνεται με όλους τους υπόλοιπους;

  • Τι γίνεται με τον μαύρο μαθητή που δεν πρόκειται ποτέ να γίνει πρωταθλητής;
  • Τι γίνεται με το παιδί μεταναστών που θα μεγαλώσει σε μια γειτονιά της Αθήνας και θα ψάξει δουλειά;
  • Τι γίνεται με τον άνθρωπο που θα δουλέψει σε ένα ξενοδοχείο, σε μια οικοδομή ή σε μια αποθήκη και δεν θα αποκτήσει ποτέ τη δυνατότητα να κάνει την Ελλάδα «υπερήφανη»;

Εκεί ακριβώς φαίνεται αν μια κοινωνία έχει πραγματικά ξεπεράσει τον ρατσισμό ή απλώς έχει μάθει να χειροκροτεί τις εξαιρέσεις.

Γιατί τελικά έχει σημασία ποιος μαύρος είσαι.

  • Αν είσαι ο μαύρος αθλητής που σηκώνει την ελληνική σημαία πάνω στο βάθρο, μπορεί να είσαι «δικός μας».
  • Αν είσαι ο μαύρος μετανάστης που ψάχνει μια καλύτερη ζωή, μπορεί να είσαι «λαθρομετανάστης».
  • Αν είσαι ο μαύρος μαθητής που μεγαλώνει εδώ, μπορεί να είσαι «ξένος».
  • Αν όμως γίνεις παγκόσμιος πρωταθλητής, ξαφνικά η ίδια κοινωνία μπορεί να ανακαλύψει ότι τελικά είσαι ένα θαυμάσιο παράδειγμα του πόσο ανοιχτή και ανεκτική είναι η Ελλάδα.

Αυτή είναι η μεγάλη υποκρισία.

Δεν υπάρχει τίποτα πιο εύκολο από το να πανηγυρίζεις έναν επιτυχημένο άνθρωπο. Το δύσκολο είναι να υπερασπίζεσαι τα δικαιώματα του ανθρώπου όταν δεν σου προσφέρει τίποτα σε αντάλλαγμα.

  • Ο Καραλής δεν χρειαζόταν να περάσει τα 6 μέτρα και 20 εκατοστά για να αξίζει τον σεβασμό μας.
  • Ο Αντετοκούνμπο δεν χρειαζόταν να γίνει MVP για να είναι Έλληνας.

Δεν έγιναν περισσότερο Έλληνες επειδή φόρεσαν την φανέλα της Εθνικής και δεν απέκτησαν περισσότερα δικαιώματα επειδή κατάφεραν να κάνουν τη χώρα γνωστή σε ολόκληρο τον κόσμο.

Ήταν εδώ πριν από τα μετάλλια και τα τρόπαια.

Και ίσως αυτό θα έπρεπε να θυμόμαστε κάθε φορά που βλέπουμε έναν πολιτικό να φωτογραφίζεται με έναν έγχρωμο Έλληνα αθλητή, η κάποιον «διαφορετικό» που δε του κάθεται στα καλά στα μάτια (βλέπε Ντραγκομίροβα, λευκή ναι μεν, αλλά εκκεντρική δε, με τα περίεργα βαψίματα της που «προσβάλλει το εθνικό σύμβολο».. έχει και «ξένο» επίθετο κι αυτή) και να δηλώνει υπερήφανος.

Η πραγματική δοκιμασία δεν είναι να αγκαλιάσεις τον Καραλή όταν έχει μόλις κερδίσει. Είναι να υπερασπιστείς το παιδί που μοιάζει με τον Καραλή όταν βρίσκεται μόνο του στο προαύλιο ενός σχολείου.

Δεν είναι να πανηγυρίζεις τον Γιάννη όταν σηκώνει το τρόπαιο. Είναι να θεωρείς αυτονόητο ότι ένα παιδί μεταναστών που γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ελλάδα δεν χρειάζεται να αποδείξει τίποτα σε κανέναν για να θεωρείται κομμάτι αυτής της χώρας.

Γιατί μια κοινωνία δεν κρίνεται από το πόσο δυνατά χειροκροτεί τους πρωταθλητές της. Κρίνεται από το πώς συμπεριφέρεται σε εκείνους που δεν έχουν τίποτα να της προσφέρουν.

Ο ρατσισμός στον αθλητισμό, επομένως, είναι η αντίληψη ότι ο «καλός» μετανάστης είναι εκείνος που θα γίνει επιτυχημένος, θα σηκώσει τη σημαία και θα μας κάνει περήφανους. Είναι η λογική ότι μπορείς να είσαι αποδεκτός, αρκεί να αποδείξεις ότι αξίζεις την αποδοχή.

Ο Γιάννης Αντετοκούνμπο και ο Εμμανουήλ Καραλής δεν χρειάζονται την άδεια κανενός για να είναι Έλληνες.

Και ίσως το μεγαλύτερο μάθημα που μπορούν να μας δώσουν δεν είναι τα μετάλλια και τα τρόπαια που έχουν κατακτήσει.

Είναι ότι δεν  χρειάζεται να κερδίσεις τίποτα για να σε αντιμετωπίζουν ως άνθρωπο.

Γιατί όταν μια κοινωνία είναι περήφανη για τον έγχρωμο αθλητή μόνο όταν αυτός κερδίζει, δεν έχει νικήσει τον ρατσισμό. Τον έχει γιγαντώσει 

Ακολουθήστε το CretaNews στα social media:

 

Ακούστε μας live στο 

Διαβάστε Ακόμα / Σχετικά Άρθρα

Trending tag icon