Η Ελλάδα έχει ό,τι χρειάζεται για να γίνει ο κορυφαίος προορισμός καταδυτικού τουρισμού της Μεσογείου: χιλιάδες νησιά, ναυάγια, σπήλαια και διαυγή νερά. Κι όμως, μια χώρα 26 φορές μικρότερη από την Κρήτη, η Μάλτα, μας ξεπερνά. Η ιστορική ευκαιρία είναι μπροστά μας. Θα την αρπάξουμε;
Η Ελλάδα διαθέτει πάνω από 16.000 χιλιόμετρα ακτογραμμής, χιλιάδες νησιά, εξαιρετική ορατότητα κάτω από το νερό, ήπιο κλίμα για καταδύσεις σχεδόν όλο τον χρόνο και μια μοναδική υποβρύχια πολιτιστική κληρονομιά. Με λίγα λόγια, διαθέτει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να την καταστήσουν κορυφαίο προορισμό καταδυτικού τουρισμού στη Μεσόγειο.
Κι όμως, για δεκαετίες παρακολουθούσε άλλες χώρες να εκμεταλλεύονται αυτό το συγκριτικό πλεονέκτημα, ενώ η ίδια παρέμενε εγκλωβισμένη στη γραφειοκρατία, στις αλληλοεπικαλυπτόμενες αρμοδιότητες και στη δυσκολία λήψης αποφάσεων.

Τα τελευταία χρόνια, με την έναρξη δημιουργίας οργανωμένων καταδυτικών πάρκων, φαίνεται πως κάτι αλλάζει. Το ερώτημα όμως είναι αν αλλάζει αρκετά γρήγορα…
Η Μάλτα απέδειξε τι μπορεί να πετύχει μια μικρή χώρα
Αν υπάρχει ένα ευρωπαϊκό παράδειγμα προς μίμηση, αυτό είναι η Μάλτα.
Η νησιωτική χώρα, με έκταση μόλις 316 τετραγωνικά χιλιόμετρα, έχει καταφέρει να εξελιχθεί σε έναν από τους κορυφαίους καταδυτικούς προορισμούς παγκοσμίως. Η Μάλτα, το Γκόζο και το Κομίνο προσφέρουν περισσότερες από 120 οργανωμένες καταδυτικές τοποθεσίες, με ναυάγια, τεχνητούς υφάλους, σπήλαια και εντυπωσιακές βραχώδεις διαμορφώσεις που βρίσκονται σε μικρές αποστάσεις μεταξύ τους.
Για να γίνει αντιληπτή η διαφορά, αξίζει μια απλή σύγκριση.
Η Κρήτη έχει έκταση περίπου 8.336 τετραγωνικά χιλιόμετρα, δηλαδή είναι περισσότερο από 26 φορές μεγαλύτερη από ολόκληρη τη Μάλτα. Μόνο ο νομός Ηρακλείου είναι 6 φορές μεγαλύτερος!
Κι όμως, η Μάλτα έχει χτίσει εδώ και δεκαετίες μια ολοκληρωμένη τουριστική ταυτότητα γύρω από τις καταδύσεις, ενώ η Κρήτη μόλις τώρα ξεκινά να οργανώνει τα πρώτα μεγάλα καταδυτικά πάρκα.
Δεν είναι τυχαίο ότι χιλιάδες δύτες επιλέγουν κάθε χρόνο τη Μάλτα αποκλειστικά για καταδυτικές διακοπές, γεμίζοντας ξενοδοχεία και ενοικιαζόμενα δωμάτια ακόμη και τους μήνες εκτός υψηλής τουριστικής περιόδου.
Υπολογίζεται περίπου ότι 80.000–100.000 τουρίστες – δύτες επισκέπτονται τη Μάλτα κάθε χρόνο (ανάλογα με τη χρονιά). Με τον μέσο δύτη να παραμένει 7–10 διανυκτερεύσεις, σημαντικά περισσότερο από τον μέσο τουρίστα.
Το πρόβλημα, δεν ήταν ποτέ η γεωγραφική θέση της χώρας μας και αναφέρομαι στο επιχείρημα που συχνά ακούω ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να εξελιχθεί σε κορυφαίο καταδυτικό προορισμό, επειδή δεν διαθέτει κοραλλιογενείς υφάλους και τροπικά ψάρια. Είναι όμως ένας μύθος που καταρρίπτεται εύκολα.
Ούτε η Μάλτα διαθέτει τροπικούς υφάλους. Ούτε η Κροατία. Ούτε οι περισσότεροι καταξιωμένοι καταδυτικοί προορισμοί της Μεσογείου. Κι όμως, έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν ένα ισχυρό τουριστικό προϊόν, βασισμένο στα ναυάγια, στα σπήλαια, στους υποβρύχιους βραχώδεις σχηματισμούς, στη διαύγεια των νερών, στην μοναδική Μεσογειακή βιοποικιλότητα καθώς και στις σύγχρονες υποδομές τους.
Δεν είναι, λοιπόν, η φύση που μας κρατά πίσω.
Είναι η αδυναμία μας να αξιοποιήσουμε αυτά που ήδη έχουμε, η πολιτική βούληση και η ταχύτητα υλοποίησης.
Η Ελλάδα διαθέτει κάτι που καμία Μάλτα δεν μπορεί ποτέ να αποκτήσει.
- Χιλιάδες νησιά.
- Εκατοντάδες φυσικά σπήλαια.
- Αμέτρητα ναυάγια.
- Τεράστια βιοποικιλότητα.
- Υποβρύχιους αρχαιολογικούς χώρους μοναδικούς στον κόσμο.
Αν αυτά συνδυαστούν με σύγχρονες υποδομές, σαφές θεσμικό πλαίσιο και γρήγορες αδειοδοτήσεις, η χώρα μπορεί να εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους καταδυτικούς προορισμούς της Ευρώπης.
Τα πρώτα καταδυτικά πάρκα είναι μόνο η αρχή
Η δημιουργία οργανωμένων καταδυτικών πάρκων σε περιοχές της Ελλάδας αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη εξέλιξη των τελευταίων ετών για τον καταδυτικό τουρισμό.

Το ζητούμενο, όμως, είναι αρχικά να λειτουργήσουν… και κατ’ επέκταση να μην αποτελέσουν μεμονωμένες εξαιρέσεις, αλλά την απαρχή μιας εθνικής στρατηγικής για τον καταδυτικό τουρισμό.
Παράλληλα αναπτύσσονται τεχνητοί ύφαλοι, νέες καταδυτικές διαδρομές και υποδομές που συνδυάζουν την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος με την τουριστική ανάπτυξη.
Παρόλα αυτά, ο συνολικός αριθμός των πλήρως οργανωμένων καταδυτικών πάρκων στην Ελλάδα παραμένει εξαιρετικά μικρός σε σχέση με τις δυνατότητες της χώρας.
Η ελληνική γραφειοκρατία ως «καταδυτικό εμπόδιο»
Όποιος έχει προσπαθήσει να δημιουργήσει μια οργανωμένη καταδυτική περιοχή στην Ελλάδα γνωρίζει ότι το δυσκολότερο κομμάτι δεν είναι η θάλασσα. Είναι η στεριά…
Για να προχωρήσει ένα καταδυτικό πάρκο απαιτείται συνεργασία και εγκρίσεις από πληθώρα υπηρεσιών και φορέων:
- Υπουργείο Τουρισμού
- Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας
- Υπουργείο Πολιτισμού (σε περιοχές αρχαιολογικού ενδιαφέροντος)
- Υπουργείο Ναυτιλίας
- Λιμενικές Αρχές
- Περιφέρειες
- Δήμοι
- Φορείς Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών, όπου υπάρχουν
- Περιβαλλοντικές υπηρεσίες και διαδικασίες αδειοδότησης
Αυτή η πολυδιάσπαση αρμοδιοτήτων οδηγεί συχνά σε καθυστερήσεις ετών, αποθαρρύνοντας επενδυτές, δήμους και ιδιώτες που επιθυμούν να επενδύσουν στον θαλάσσιο τουρισμό.
Το αποτέλεσμα; χαμένες ευκαιρίες, χαμένες θέσεις εργασίας και χαμένο εισόδημα για τις τοπικές κοινωνίες.
Ο καταδυτικός τουρισμός δεν αφορά μόνο τους δύτες
Πολλοί θεωρούν ότι οι καταδύσεις απευθύνονται σε μια μικρή ομάδα ανθρώπων όμως η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Ο πιστοποιημένος δύτης ταξιδεύει σχεδόν όλο το χρόνο, ακόμα και εκτός υψηλής σεζόν, παραμένει περισσότερες ημέρες στον προορισμό, πραγματοποιεί καθημερινές δραστηριότητες, καταναλώνει σε εστιατόρια, χρησιμοποιεί ενοικιαζόμενα οχήματα και στηρίζει την τοπική οικονομία πολύ περισσότερο από τον μέσο επισκέπτη μιας σύντομης παραθαλάσσιας απόδρασης.

Πρόκειται για έναν επισκέπτη υψηλής προστιθέμενης αξίας, με ιδιαίτερη ευαισθησία απέναντι στο περιβάλλον και σημαντική αγοραστική δύναμη.
Η Ελλάδα χρειάζεται απλώς να σταματήσει να βάζει εμπόδια στον εαυτό της…